*πηγή δήμοςnet
Κατόπιν της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, βάσει της οποίας είχε κηρυχθεί άγονη η διαδικασία επιλογής δικηγόρου με έμμισθη εντολή στον Δήμο λόγω μη απόδειξης των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων για την πλήρωση της θέσης, ο Δήμος όφειλε συμμορφούμενος με την ακυρωτική αυτή απόφαση, να επαναλάβει τη σύνθετη διοικητική ενέργεια της επιλογής δικηγόρου από το στάδιο κατά το οποίο διαπιστώθηκε η σχετική πλημμέλεια και εφεξής. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ο καθ ’ ού Δήμος, σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, όφειλε, να ανακαλέσει όλες τις πράξεις του που είχαν ως έρεισμα το ακυρωθέν με τη δικαστική αυτή απόφαση πρακτικό της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων την εν τω μεταξύ εκδοθείσα, βάσει της επαναπροκηρύξεως του διαγωνισμού, απόφαση του Δημάρχου περί προσλήψεως της αιτούσας στην επίμαχη θέση. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.
Αριθμός 616/2024
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2024, με την εξής σύνθεση: Διομήδης Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Σταυρούλα Κτιστάκη, Σύμβουλοι, Ελευθέριος Μελισσαρίδης, Σπυριδούλα Καρύδα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Κωνσταντίνα Γκιώκα, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 15 Ιανουαρίου 2021 αίτηση:
της ΧΧΧ του ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ (ΧΧΧ), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο ΧΧΧ (Α.Μ. ΧΧΧ), που τη διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Δήμου ΧΧΧ, ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο ΧΧΧ (Α.Μ. ΧΧΧ Δ.Σ. ΧΧΧ), που τη διόρισε με απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής και του Δημάρχου του,
και κατά του παρεμβαίνοντος ΧΧΧ του ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ (Πλ. ΧΧΧ), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. 85 Δ.Σ. ΧΧΧ) .
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν: α. η υπ ’ αριθμ. ΧΧΧ/12.8.2020 απόφαση του Δημάρχου ΧΧΧ (ΦΕΚ Γ΄ ΧΧΧ/9.9.2020), β. η υπ ’ αριθμ. ΧΧΧ/14.8.2020 απόφαση του Δημάρχου ΧΧΧ (ΦΕΚ Γ΄ ΧΧΧ/17.9.2020), γ. η σιωπηρή απόρριψη της υπ ’ αριθμ. ΧΧΧ/23.10.2020 αίτησής της προς τον Δήμο ΧΧΧ και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Οι πληρεξούσιες των διαδίκων και ο παρεμβαίνων ως δικηγόρος δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Σταυρούλας Κτιστάκη.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1.Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής ΧΧΧ) .
2.Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση: α) της ΧΧΧ/12.8.2020 αποφάσεως του Δημάρχου ΧΧΧ (Γ΄ ΧΧΧ/9.9.2020), με την οποία ανακλήθηκε η ΧΧΧ/28.4.2017 (Γ΄ ΧΧΧ) απόφαση του ίδιου οργάνου περί προσλήψεως της αιτούσας σε θέση δικηγόρου με έμμισθη εντολή στον Δήμο ΧΧΧ και λύθηκε η σχέση έμμισθης εντολής αυτής με τον Δήμο, σε συμμόρφωση με την 2062/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, β) της ΧΧΧ/14.8.2020 αποφάσεως του Δημάρχου ΧΧΧ (Γ΄ ΧΧΧ/17.9.2020), με την οποία προσλήφθηκε ο ΧΧΧ σε θέση δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής στον Δήμο ΧΧΧ, κατά παράλειψη της αιτούσας και γ) της σιωπηρής απόρριψης της ΧΧΧ/23.10.2020 αιτήσεως της αιτούσας προς τον Δήμο ΧΧΧ για την ανάκληση των ανωτέρω αποφάσεων.
3.Επειδή, η σιωπηρή απόρριψη της από 23.10.2020 αιτήσεως της αιτούσας για την ανάκληση των υπό στοιχ. α? και β? προσβαλλόμενων αποφάσεων του Δημάρχου δεν προσβάλλεται παραδεκτώς, διότι η σιωπηρή απόρριψη εκ μέρους της Διοικήσεως αιτήματος ανακλήσεως διοικητικών πράξεων δεν συνιστά, κατ ’ αρχήν, παράλειψη οφειλόμενης νομίμου ενεργείας κατά την έννοια του άρθρου 45 παράγραφος 4 του π. δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) και δεν προσβάλλεται, ως εκ τούτου, με αίτηση ακυρώσεως (ΣτΕ 2382/2023, 416/2021, 1725/2019, 1270/2018) .
4.Επειδή, με προφανές έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στη δίκη υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων ο προσληφθείς στην επίδικη θέση δικηγόρος, ΧΧΧ.
5.Επειδή, η αιτούσα με έννομο συμφέρον στρέφεται κατά των ανωτέρω αποφάσεων του Δημάρχου οι οποίες αφορούν, αφενός στην ανάκληση της προσλήψεώς της σε θέση δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής στον Δήμο ΧΧΧ, αφετέρου την πρόσληψη του ήδη παρεμβαίνoντος στην επίμαχη θέση, κατά παράλειψη αυτής. Τα δε επικαλούμενα από τον παρεμβαίνοντα ότι η συμμετοχή της αιτούσας στη διαδικασία επιλογής δικηγόρου βάσει της οποίας εκδόθηκε η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη περί προσλήψεως αυτού στην επίμαχη θέση έγινε ανεπιφύλακτα είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα. Τούτο δε διότι, όπως συνάγεται από την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 43 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208) σε συνδυασμό με το άρθρο 29 του π.δ. 18/1989, μόνη η συμμετοχή δικηγόρου σε διαδικασία επιλογής σε θέση εμμίσθου
δικηγόρου σε φορέα του δημοσίου τομέα, χωρίς να συμπεριλάβει επιφύλαξη ως προς τη νομιμότητα όρων της προκήρυξης, δεν του στερεί το έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα των όρων αυτών με αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενη κατά μεταγενεστέρων πράξεων της σύνθετης διοικητικής ενέργειας επιλογής και διορισμού (βλ. ΣτΕ 2245/2023 επταμ. , 2300/2023) .
6.Επειδή, στο άρθρο 43 παρ. 2 του νόμου 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων, Α΄ 208) [ όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της προκήρυξης της επίδικης θέσης, μετά την τροποποίηση των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού με την παρ. 7 του άρθρου 60 του ν.4370/2016, Α΄ 37/7.3.2016) ] ορίζεται ότι: «Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται. Ειδικότερα για τους εμμίσθους δικηγόρους: α) Η προκήρυξη πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της απασχόλησης του δικηγόρου, τις τυχόν ειδικές ανάγκες του νομικού προσώπου, την έδρα και τους όρους αμοιβής και υπηρεσιακής εξέλιξης του δικηγόρου και απευθύνεται προς τα μέλη των δικηγορικών συλλόγων. β) Η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή που συνέρχεται στην έδρα του δικηγορικού συλλόγου … γ) δ) Οι υποψήφιοι υποβάλλουν στον ενδιαφερόμενο φορέα, μέσα στην προθεσμία που ορίζει η προκήρυξη, αίτηση συνοδευόμενη από: α. πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, β. πιστοποιητικό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου από το οποίο να προκύπτει ότι ο υποψήφιος δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και ότι δεν κατέχει άλλη έμμισθη θέση, γ. υπεύθυνη δήλωση ότι δεν είναι έμμισθος κατά την έννοια του άρθρου 42 του Κώδικα και δ. βιογραφικό σημείωμα με τα στοιχεία της επιστημονικής και επαγγελματικής του δράσης ε) …… στ) Με την αίτησή τους οι υποψήφιοι υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόδειξη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους. ζ) Η επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις και τα δικαιολογητικά των υποψήφιων και τους καλεί σε ατομική συνέντευξη. Μέσα σε ένα μήνα το πολύ από την τελευταία ατομική συνέντευξη εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με τη σειρά αξιολόγησης των υποψηφίων. η) Για την επιλογή και πρόσληψη λαμβάνονται υπόψη η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευση του στο αντικείμενο της απασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα, επάρκεια, η γνώση ξένων γλωσσών και συνεκτιμάται η οικογενειακή του κατάσταση και η πρόβλεψη της εξέλιξής του. Κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της συνδρομής των πιο πάνω τυπικών προσόντων είναι ο χρόνος λήξης της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων. Στην προκήρυξη προβλέπεται συντελεστής βαρύτητας στα κριτήρια, ανάλογα με τις ανάγκες του φορέα. θ) Η απόφαση της επιτροπής είναι υποχρεωτική και ισχύει μόνο για την κατάληψη θέσης που προκηρύχθηκε. Ο φορέας του Δημοσίου, που προκήρυξε τη θέση, οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης να προσλάβει στις κενές θέσεις τους επιτυχόντες και να γνωστοποιήσει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο την ανάληψη υπηρεσίας ή την έναρξη της συνεργασίας με αμοιβή για κάθε υπόθεση μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών. … ι) …».
7.Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η Επιτροπή επιλογής, αφού κρίνει πρώτα ποιοι από εκείνους που υπέβαλαν αίτηση συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής έχουν τα απαιτούμενα από τον νόμο τυπικά προσόντα, στη συνέχεια τους καλεί σε προφορική ενώπιόν της συνέντευξη. Μετά το πέρας των συνεντεύξεων η Επιτροπή κατατάσσει τους υποψηφίους κατά αξιολογική σειρά, βάσει των προβλεπομένων από τον νόμο κριτηρίων, μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός των προκηρυχθεισών θέσεων. Στο πρακτικό της Επιτροπής πρέπει να εκτίθενται τα κριτήρια του νόμου (προσωπικότητα υποψηφίου, επιστημονική κατάρτιση, εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματική πείρα και επάρκεια και γνώση ξένων γλωσσών) και τα πραγματικά δεδομένα που συνδέονται με τους προτεινόμενους προς κατάληψη των θέσεων, τα οποία οδήγησαν, κατά συνεκτίμηση της σπουδαιότητάς τους, στην κρίση της περί επιλογής των καταλληλοτέρων (ΣτΕ 2498/2021 7μ. με τις εκεί αναφερόμενες παραπομπές σε ΣτΕ 1991, 733, 722, 520/2020, 542/2019, 1256/2020 επταμ.) . Επίσης, με τις ανωτέρω διατάξεις προβλέπεται -το πρώτον σε σχέση με τις προγενέστερες ρυθμίσεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 (Α΄ 149) - ο καθορισμός στην προκήρυξη συντελεστών βαρύτητας επί των ως άνω προβλεπομένων στον νόμο κριτηρίων αξιολόγησης, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε φορέα (ΣτΕ 1256/2020 επταμ.) . Σε κάθε περίπτωση, για την επιλογή σε θέση δικηγόρου η Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε συγκριτική ουσιαστική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων οι οποίοι έχουν τα νόμιμα προσόντα σε σχέση με τα καθοριζόμενα από τις πιο πάνω διατάξεις κριτήρια (ΣτΕ 520, 514/2020), τέτοια δε συγκριτική αξιολόγηση αποτελεί και η πλήρης παράθεση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων και, ακολούθως, η βαθμολόγησή τους ανά κριτήριο από την Επιτροπή με βάση την καθοριζόμενη από την προκήρυξη κλίμακα (ΣτΕ 2498/2021 επταμ. , 2480, 2481/2020) .
8.Επειδή, εξ άλλου, ρυθμίσεις, οι οποίες αφορούν στην πρόσληψη δικηγόρων με έμμισθη εντολή στους Δήμους περιλαμβάνουν και οι διατάξεις των άρθρων 165 και επόμενα του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3584/2007 (Α΄ 143), στις οποίες ορίζονται τα εξής: Άρθρο 165: «1. Στους Δήμους, τα ιδρύματα τους και τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορεί να συνιστώνται, με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, θέσεις δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής. Εφόσον υπάρχει νομική υπηρεσία σύμφωνα με τον οικείο Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας είναι δυνατή η σύσταση θέσεων δικηγόρων-νομικών συμβούλων με την ίδια σχέση. Η πρόσληψη ενεργείται με απόφαση του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου του Ο.Τ.Α. , με σχέση έμμισθης εντολής και με τη διαδικασία που καθορίζεται με το ν. 1649/1986 (ΦΕΚ 149 Α `), όπως ισχύει. 2. Με τη διαδικασία της παρ. 1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε Δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε Δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους. Στους λοιπούς Δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. 3. …. 7. Για τη λύση της σχέσης έμμισθης εντολής δικηγόρου απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση του Δημοτικού ή του Διοικητικού Συμβουλίου». Άρθρο 166: «1. Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των Ο.Τ.Α. με σχέση έμμισθης εντολής. 2. ………». Με την ΧΧΧ/24.2.2012 (Β΄ 732) απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ΧΧΧ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ΧΧΧ/29.3.2012 (Β΄ 1130) απόφαση του ιδίου οργάνου, εγκρίθηκε ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου ΧΧΧ, στο άρθρο 28 του οποίου καθορίζεται ο αριθμός θέσεων ειδικού προσωπικού, εκ των οποίων δύο θέσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή.
9.Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 84), και 50 παρ. 4 και 5 του π.δ. 18/1989, η ακύρωση διοικητικής πράξεως επαναφέρει την υπόθεση στον χρόνο εκδόσεως της πράξης που έχει ακυρωθεί. Η νέα πράξη που εκδίδει η Διοίκηση ανατρέχει αναγκαίως στον χρόνο εκείνο και διέπεται κατ ’ αρχήν από το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε τότε και όχι από το ισχύον κατά τον χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνουν χώραν οι ενέργειες συμμορφώσεως προς την ακυρωτική απόφαση (βλ. ΣτΕ 144/2020, 2824/2018 επταμ.) . Σε περίπτωση δε σύνθετης διοικητικής ενέργειας (όπως είναι η καθοριζόμενη με το άρθρο 43 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων διαδικασία επιλογής και πρόσληψης δικηγόρου με έμμισθη εντολή σε φορείς του δημόσιου τομέα), η Διοίκηση, επιλαμβανόμενη και πάλι της υποθέσεως, κατόπιν ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει να εκφέρει την κρίση της από το στάδιο της σύνθετης διοικητικής ενέργειας στο οποίο αναφέρεται η ακύρωση και με βάση το πραγματικό και νομικό καθεστώς του χρόνου εκδόσεως της πράξης που ακυρώθηκε (βλ. ΣτΕ 366/2021, 127/2021, 2667/2017, αποφ. συμβ. συμ. ΣτΕ 15, 28, 37/2008) . Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 50 παρ. 1, 4 και 5 του π.δ/τος 18/1989 και του εκδοθέντος σε εκτέλεση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως ν. 3068/2002 (Α΄ 274) συνάγεται ότι η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και μάλιστα όχι μόνο να θεωρήσει ως ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα ευρίσκοντο αν εξ υπαρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη, χωρίς δέσμευση από τον χρόνο που πέρασε εν τω μεταξύ ή από την έκδοση άλλων πράξεων που αφορούν τρίτους (βλ. ΣτΕ 125-126/2000) . Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων της Διοικήσεως προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελλόμενης ακυρώσεως, δηλαδή από το είδος και τη φύση της ακυρούμενης πράξεως, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις για τα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του, δημιουργώντας δεδικασμένο ως προς αυτά στην συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΣτΕ 2684/2022, 2824/2018 επταμ. , 2378/2018, 1834/2021 Ολ. , 1659- 1660/2021, 1163-1167/2017 Ολ.) .
10.Επειδή, εξ άλλου, η γενική αρχή σύμφωνα με την οποία η Διοίκηση έχει ευχέρεια - και όχι υποχρέωση - ανακλήσεως των παράνομων διοικητικών πράξεων, υπό προϋποθέσεις που ανάγονται ιδίως στην πάροδο ή μη ευλόγου χρόνου, στη συμπεριφορά του διοικούμενου που προκάλεσε την έκδοση της παράνομης πράξεως και στην τυχόν δημιουργία δικαιωμάτων ή προστατευτέων καταστάσεων υπέρ καλοπίστων τρίτων, κάμπτεται όταν η ανάκληση χωρεί σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή ανακύπτει υποχρέωση της Διοικήσεως να ανακαλέσει την παράνομη πράξη της (βλ. ΣτΕ 2774/2017, 4925/2014 κ.ά.) .
11.Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου ΧΧΧ προεβλέποντο δύο (2) θέσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή, εκ των οποίων η μία είχε καλυφθεί. Με την ΧΧΧ/26.4.2016 προκήρυξη του Δημάρχου ΧΧΧ προκηρύχθηκε η πλήρωση μίας θέσης δικηγόρου παρ ’ Εφέταις, με σχέση έμμισθης εντολής και πάγια μηνιαία αντιμισθία στον καθ ’ ού Δήμο. Στην εν λόγω προκήρυξη διελήφθησαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Κατά την αξιολόγηση για την επιλογή των υποψηφίων θα ληφθούν υπόψη … η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευσή του στο αντικείμενο της απασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα, επάρκεια, η γνώση ξένων γλωσσών και συνεκτιμάται η οικογενειακή του κατάσταση και η πρόβλεψη της εξέλιξής του. Οι συντελεστές βαρύτητας των κριτηρίων αυτών για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Δήμου ΧΧΧ, καθορίζονται ως εξής: Προσωπικότητα 10, Νομική επιστημονική κατάρτιση 20, Επαγγελματική και δικαστηριακή εμπειρία 30, Επαγγελματική επάρκεια 20, Εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης 20, Γνώση ξένων γλωσσών 5, Οικογενειακή κατάσταση 5, Πρόβλεψη για δυνατότητα εξέλιξης 5». Στο πλαίσιο της εν λόγω προκήρυξης, υπέβαλαν εμπρόθεσμη αίτηση με τα επισυναπτόμενα δικαιολογητικά επτά υποψήφιοι. Με το ΧΧΧ/7.7.2016 πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 43 του Κώδικα Δικηγόρων, κατόπιν ελέγχου των δικαιολογητικών των υποψηφίων, διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχαν προσκομισθεί ενώπιον αυτής από τους υποψηφίους μέχρι τον χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων (15.6.2016) α) ιατρικό πιστοποιητικό περί της υγείας και αρτιμέλειάς τους, β) πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου ΧΧΧ περί του ότι δεν έχουν τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση και γ) υπεύθυνη δήλωση ν. 1599/1986 περί μη υπάρξεως κωλύματος σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1256/1982. Με τα δεδομένα αυτά, η Επιτροπή έκρινε ότι ουδείς εκ των υποψηφίων απέδειξε ότι είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την πλήρωση της επίμαχης θέσης κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή κατά τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων στις 15.6.2016 και ότι, για τον λόγο αυτό, έπρεπε να επαναληφθεί η διαδικασία για την πλήρωση της ανωτέρω θέσης δικηγόρου με την έκδοση νέας προκήρυξης. Ακολούθως, εκδόθηκε η ΧΧΧ/9.12.2016 προκήρυξη του Δημάρχου ΧΧΧ, με την οποία προκηρύχθηκε εκ νέου η πλήρωση μιας θέσης δικηγόρου παρ ’ Εφέταις με σχέση έμμισθης εντολής και πάγια μηνιαία αντιμισθία στον οικείο Δήμο. Με την ΧΧΧ/22.3.2017 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής επελέγη τελικώς για την πλήρωση της ανωτέρω θέσης η αιτούσα και με την ΧΧΧ/28.4.2017 πράξη του Δημάρχου ΧΧΧ (Γ΄ ΧΧΧ/22.5.2017) προσελήφθη αυτή στην ως άνω θέση. Κατά του ως άνω 3/2016 πρακτικού της Επιτροπής του άρθρου 43 του Κώδικα Δικηγόρων, με το οποίο κηρύχθηκε η διαδικασία επιλογής βάσει της αρχικής προκηρύξεως άγονη (και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση) ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως από δικηγόρο που μετείχε στη διαδικασία αυτή, η οποία έγινε δεκτή με την 2062/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι δεν απητείτο άλλο δικαιολογητικό, πέραν των ήδη προσκομισθέντων από τον αιτούντα στην ανωτέρω ακυρωτική δίκη, για την απόδειξη της μη ύπαρξης κωλύματος κατά τις διατάξεις του ν. 1256/1982, η δε Επιτροπή όφειλε να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως το οικείο πιστοποιητικό περί μη θέσης του σε δικαστική συμπαράσταση, ενώ όφειλε, κατ ’ εφαρμογή της χρηστής διοίκησης, να αναβάλει την κρίση της προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα στον αιτούντα στην ανωτέρω ακυρωτική δίκη να προσκομίσει τα δικαιολογητικά εκείνα, στο είδος και το περιεχόμενο των οποίων δεν γινόταν ρητή μνεία στην προκήρυξη, όπως ήταν το πιστοποιητικό σωματικής και ψυχικής υγείας. Κατόπιν τούτων, και σε συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή Επιλογής συγκροτήθηκε εκ νέου και με το ΧΧΧ/18.6.2020 πρακτικό επέλεξε ομόφωνα τον ήδη παρεμβαίνοντα για την πλήρωση της επίδικης θέσης, σύμφωνα με την ΧΧΧ/26.4.2016 (αρχική) προκήρυξη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το πρακτικό αυτό, η Επιτροπή αναφέρθηκε στα προβλεπόμενα από τον νόμο και την προκήρυξη κριτήρια επιλογής, καθόρισε ποια στοιχεία επρόκειτο να αξιολογήσει και, αφού έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από τους υποψηφίους έγγραφα και την ατομική συνέντευξη (το περιεχόμενο της οποίας περιλαμβάνεται αναλυτικά στο πρακτικό), παρέθεσε για κάθε υποψήφιο τα πραγματικά δεδομένα, όπως είχαν διαμορφωθεί, σε σχέση προς τα κριτήρια επιλογής και κατόπιν αξιολόγησης των υποψηφίων, κάθε μέλος της Επιτροπής βαθμολόγησε τους υποψηφίους ανά κριτήριο με βάση το προκαθορισμένο από την προκήρυξη σύστημα μοριοδότησης των επιμέρους κριτηρίων. Συγκεκριμένα, ο παρεμβαίνων έλαβε συνολικά 1.139 μόρια, ενώ η αιτούσα κατετάγη δεύτερη με συνολική βαθμολογία 1.080,5 μόρια. Εν όψει των ανωτέρω, σε συμμόρφωση προς την 2062/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και το ΧΧΧ/2020 πρακτικό της Επιτροπής Επιλογής, με την ΧΧΧ/2020 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ΧΧΧ αποφασίσθηκε η λύση της έμμισθης εντολής της αιτούσας με τον Δήμο ΧΧΧ. Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του καθ ’ ου Δήμου λήφθηκαν, μεταξύ άλλων, υπόψη α) η ΧΧΧ/4.8.2020 γνωμοδότηση της ΧΧΧ, δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής του Δήμου, σύμφωνα με την οποία το ΧΧΧ/2017 Πρακτικό της Επιτροπής με το οποίο επελέγη η αιτούσα στην επίμαχη θέση δεν είχε πλέον νόμιμο έρεισμα, διότι η ΧΧΧ/2016 επαναπροκήρυξη, βάσει της οποίας εκδόθηκε το ανωτέρω Πρακτικό, στηρίχθηκε στην ήδη ακυρωθείσα 3/2016 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής και, συνεπώς, ο Δήμος όφειλε κατά δεσμία αρμοδιότητα να ανακαλέσει την πράξη διορισμού της αιτούσας, σύμφωνα με την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις, και β) η υποχρέωση συμμόρφωσης του Δήμου με το ΧΧΧ/2020 πρακτικό της Επιτροπής Επιλογής που έχει αντικαταστήσει το προγενέστερο ΧΧΧ/2017 πρακτικό, κατ ’ ακολουθίαν των κριθέντων με την 2062/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τέλος, με την πρώτη προσβαλλόμενη ΧΧΧ/12.8.2020 απόφαση του Δημάρχου ΧΧΧ (Γ΄ ΧΧΧ/9.9.2020), σε συμμόρφωση προς την ΧΧΧ/2019 ακυρωτική απόφαση και την ΧΧΧ/2020 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ΧΧΧ, ανακλήθηκε η ανωτέρω ΧΧΧ/28.4.2017 απόφαση του ιδίου οργάνου περί προσλήψεως της αιτούσας και λύθηκε η σχέση έμμισθης εντολής αυτής με τον Δήμο ΧΧΧ, ενώ με τη δεύτερη προσβαλλόμενη ΧΧΧ/14.8.2020 απόφαση του Δημάρχου ΧΧΧ Γ΄ ΧΧΧ/17.9.2020) προσελήφθη ο παρεμβαίνων στην επίδικη κενή οργανική θέση δικηγόρου στον Δήμο ΧΧΧ.
12.Επειδή, κατόπιν της 2062/2019 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκε η ΧΧΧ/2016 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, βάσει της οποίας είχε κηρυχθεί άγονη η διαδικασία επιλογής δικηγόρου παρ ’ Εφέταις με έμμισθη εντολή στον Δήμο λόγω μη απόδειξης των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων για την πλήρωση της θέσης, ο Δήμος όφειλε -σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 9- συμμορφούμενος με την ακυρωτική αυτή απόφαση, να επαναλάβει τη σύνθετη διοικητική ενέργεια της επιλογής δικηγόρου από το στάδιο κατά το οποίο διαπιστώθηκε η σχετική πλημμέλεια και εφεξής, δηλαδή από το στάδιο της εξετάσεως των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων βάσει των προσκομισθέντων δικαιολογητικών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αιτιολογικό της ανωτέρω ακυρωτικής αποφάσεως. Εφόσον δε, κατόπιν ουσιαστικής αξιολογήσεως των προσόντων των υποψηφίων, επελέγη ο παρεμβαίνων για την επίμαχη θέση, ο Δήμος όφειλε να προβεί στην πρόσληψή του για την προκηρυχθείσα θέση, χωρίς τη δέσμευση από την έκδοση άλλων πράξεων που αφορούν σε τρίτους. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ο καθ ’ ού Δήμος, σε συμμόρφωση προς την 2062/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, όφειλε, βάσει των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, να ανακαλέσει όλες τις πράξεις του που είχαν ως έρεισμα το ακυρωθέν με τη δικαστική αυτή απόφαση ΧΧΧ/2016 πρακτικό της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων την εν τω μεταξύ εκδοθείσα, βάσει της ΧΧΧ/2016 επαναπροκηρύξεως του διαγωνισμού, ΧΧΧ/28.4.2017 απόφαση του Δημάρχου ΧΧΧ περί προσλήψεως της αιτούσας στην επίμαχη θέση. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως ότι η ΧΧΧ/12.8.2020 απόφαση του Δημάρχου ΧΧΧ περί ανακλήσεως της προσλήψεως της αιτούσας με σχέση έμμισθης εντολής στον καθ ’ ου Δήμο εκδόθηκε κατά παράβαση των γενικών αρχών διοικητικού δικαίου περί ανακλήσεως των νόμιμων ευμενών διοικητικών πράξεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου, άλλωστε, ότι η Διοίκηση δεν προέβη σε ανάκληση νόμιμης διοικητικής πράξης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αιτούσα, αλλά, στο πλαίσιο της υποχρέωσης συμμορφώσεως προς την 2016/2019 απόφαση, ανεκάλεσε τυπικώς, ως μη νόμιμη, και την απόφαση διορισμού της αιτούσας, που είχε απωλέσει το νόμιμο έρεισμά της (βλ. και ΣτΕ 1931/2017 σκ. 3).
13.Επειδή, εξάλλου, η Διοίκηση συμμορφούμενη πλήρως προς τα κριθέντα με την 2062/2019 απόφαση του Δικαστηρίου νομίμως συνέχισε τον διαγωνισμό από το χρονικό σημείο στο οποίο εμφιλοχώρησε η διαπιστωθείσα παρανομία, δηλαδή από την αξιολόγηση του παραδεκτού των αιτήσεων των υποψηφίων. Συνεπώς, είναι απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα.
14.Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 1551/2022, 609, 1854/2021, 1168/2017 κ.ά.), η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, με τις οποίες κατοχυρώνεται και ρυθμίζεται η άσκηση του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως, δεν έχουν έδαφος εφαρμογής σε περιπτώσεις διοικητικών πράξεων οι οποίες εκδίδονται βάσει αντικειμενικών προϋποθέσεων, ασυνδέτως προς οποιαδήποτε υποκειμενική συμπεριφορά του προσώπου, του οποίου τα συμφέροντα θίγουν. Περαιτέρω, για το λυσιτελές της προβολής από τον διοικούμενο λόγου ακυρώσεως περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως πριν την έκδοση της δυσμενούς γι ’ αυτόν πράξεως απαιτείται και παράλληλη αναφορά των ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλε ενώπιον της Διοικήσεως, αν είχε κληθεί (ΣτΕ 609/2021, 1168/2017, 4447/2012 Ολ. κ.ά.) . Εν προκειμένω, η έκδοση της ήδη προσβαλλομένης πράξεως με την οποία ανακλήθηκε η ΧΧΧ/28.4.2017 απόφαση του Δημάρχου ΧΧΧ περί προσλήψεως της αιτούσας σε θέση δικηγόρου στον Δήμο, δεν ερείδεται σε υποκειμενική συμπεριφορά της, αλλά σε στοιχεία αντικειμενικά, ήτοι στην υποχρέωση συμμορφώσεως του καθ ’ ου Δήμου προς την 2062/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του ουσιώδους τύπου της προηγουμένης ακροάσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
15.Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι η ΧΧΧ/14.8.2020 απόφαση του Δημάρχου περί προσλήψεως του παρεμβαίνοντος στην επίμαχη θέση είναι μη νόμιμη, διότι ερείδεται στην 2/2020 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής του άρθρου 43 του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία είναι μη νόμιμη για τους κατωτέρω λόγους: α) η κρίση της Επιτροπής Επιλογής ως προς το κριτήριο της προσωπικότητας είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι παρατίθεται απλώς η βαθμολογία των υποψηφίων χωρίς να εξειδικεύονται οι λόγοι που οδήγησαν στην κρίση αυτή και β) ως προς το κριτήριο της νομικής επιστημονικής κατάρτισης η αιτούσα βαθμολογήθηκε με χαμηλότερη βαθμολογία (συγκεκριμένα με 8,5 από 4 μέλη και 9 από το πέμπτο) σε σχέση με τη βαθμολογία που είχε λάβει με την ΧΧΧ/2016 απόφαση της Επιτροπής (10 εκ μέρους των 5 μελών), παρότι η συνέντευξη περιείχε παραπλήσιες ερωτήσεις και δόθηκαν ανάλογες απαντήσεις, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η διαφορετική εκτίμηση των ίδιων πραγματικών περιστατικών από τη Διοίκηση δεν συνιστά νόμιμο λόγο ανάκλησης διοικητικής πράξης.
16.Επειδή, όπως προκύπτει από το ΧΧΧ/2020 πρακτικό της Επιτροπής Επιλογής, κατά την εξέταση του κριτηρίου της προσωπικότητας, η Επιτροπή έλαβε υπόψιν τα εξής: «Χαρακτηριστικά προσωπικότητας του υποψηφίου, που δύνανται να βοηθήσουν στην ανταπόκρισή του στο αντικείμενο της απασχόλησης είναι η ωριμότητα σκέψης και των νομικών συλλογισμών, ο τρόπος και το είδος απάντησης στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από την Επιτροπή, το κύρος και η γενικότερη καλή φήμη, η κοινωνική προβολή, η συμπεριφορά και η εν γένει αξιοπρεπής διαβίωση και, τέλος, η κοινωνική του δράση στην τοπική κοινωνία της ΧΧΧ». Εξάλλου, ως προς το κριτήριο αξιολόγησης της νομικής επιστημονικής κατάρτισης διαλαμβάνεται στο οικείο πρακτικό ότι «για τον προσδιορισμό της σταθμισμένης βαθμολογίας κάθε υποψηφίου στο εν λόγω κριτήριο λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός πτυχίου του καθώς και η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου. Επισημαίνεται ότι η προκήρυξη δεν απαιτεί κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου αποκλειστικά και μόνο στο δημόσιο δίκαιο.
Συνεπώς, ως προς τη βαθμολόγηση για το ανωτέρω κριτήριο θα ληφθεί υπόψη και μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών στους λοιπούς τομείς του δικαίου (αστικό, ποινικό, εμπορικό, πολιτική δικονομία, κ.λπ.)». Στο ως άνω δε πρακτικό παρατίθεται το πλήρες κείμενο των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν στην αιτούσα και στον παρεμβαίνοντα κατά την προφορική συνέντευξη, καθώς και οι απαντήσεις που δόθηκαν από αυτούς. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το πρακτικό αυτό, η Επιτροπή εξέτασε το σύνολο των στοιχείων του ατομικού φακέλου υποψηφιότητας κάθε υποψηφίου και παρέθεσε στο ως άνω πρακτικό αναλυτικά και με λεπτομέρεια στοιχεία που αφορούσαν την οικογενειακή κατάσταση, τις σπουδές, την επαγγελματική εμπειρία και επάρκεια των υποψηφίων, όπως αυτά προέκυπταν από τα προσκομισθέντα απ ’ αυτούς στοιχεία, (συστατικές επιστολές, βεβαιώσεις των οικείων δικηγορικών συλλόγων περί διενέργειας παραστάσεων στα δικαστήρια, δικόγραφα, δικαστικές αποφάσεις, γνωμοδοτήσεις), τα έτη δικηγορίας, γνώση ξένων γλωσσών και ηλεκτρονικού υπολογιστή, συμμετοχές σε σεμινάρια. Στη συνέχεια, κατόπιν ουσιαστικής αξιολογήσεως των προσόντων τους, οι υποψήφιοι βαθμολογήθηκαν από τα μέλη της Επιτροπής, ανά κριτήριο. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ομόφωνα ότι ο παρεμβαίνων κατά την ατομική συνέντευξη απάντησε με τον ορθότερο τρόπο έναντι όλων των υποψηφίων στην ερώτηση της Προέδρου: `ΧΧΧ ` Ποια είναι τα πολιτικά όργανα της Διοίκησης του Δήμου `ΧΧΧ`. καθώς επίσης και στις ερωτήσεις του μέλους της Επιτροπής και Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου ΧΧΧ ως προς την ύπαρξη κωλύματος για την ανάληψη εκ μέρους του ως δικηγόρου του Δήμου υποθέσεως τέως πελάτη του. Επιπλέον, η Επιτροπή έκρινε ότι ο παρεμβαίνων υπερτερεί έναντι όλων των υποψηφίων στο κριτήριο της επιστημονικής κατάρτισης [ πτυχίο με λίαν καλώς (8,24) και μεταπτυχιακό με άριστα, 10 ] . Κατόπιν τούτων, τα μέλη της Επιτροπής βαθμολόγησαν τον παρεμβαίνοντα στα κριτήρια της προσωπικότητας και της νομικής επιστημονικής κατάρτισης με την ανώτατη βαθμολογία (10) που τίθεται από την προκήρυξη στα κριτήρια αυτά (πολλαπλασιασθείσα με τους συντελεστές 10 και 20, αντιστοίχως, για τα ως άνω δύο κριτήρια), ήτοι με συνολική βαθμολογία 500 και 1000, αντιστοίχως. Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ομοφώνως ότι η αιτούσα υστερεί έναντι του παρεμβαίνοντος ως προς τη νομική επιστημονική κατάρτιση (πτυχίο με βαθμό καλώς έναντι λίαν καλώς του παρεμβαίνοντος) και τη βαθμολόγησε στα ως άνω δύο κριτήρια με συνολική βαθμολογία 475 και 860 βαθμούς, αντιστοίχως. Με τα δεδομένα αυτά, η κρίση της Επιτροπής Επιλογής ως προς το κριτήριο της προσωπικότητας είναι νομίμως αιτιολογημένη, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, ο προβαλλόμενος λόγος, κατά τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε στην σκέψη 15, η αιτούσα με την ΧΧΧ/2020 απόφαση της Επιτροπής Αξιολόγησης βαθμολογήθηκε στο κριτήριο της νομικής επιστημονικής κατάρτισης με χαμηλότερη βαθμολογία σε σχέση με τη βαθμολογία που είχε λάβει με την ΧΧΧ/2016 απόφαση της Επιτροπής, μολονότι η συνέντευξη περιείχε παραπλήσιες ερωτήσεις και δόθηκαν ανάλογες απαντήσεις και στις δύο διαδικασίες αξιολόγησης και, ως εκ τούτου, παραβιάσθηκε η γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η διαφορετική εκτίμηση των ίδιων πραγματικών περιστατικών από τη Διοίκηση δεν συνιστά νόμιμο λόγο ανακλήσεως διοικητικής πράξης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι στο ΧΧΧ/2020 πρακτικό της Επιτροπής τεκμηριώνεται η ορθότητα των απαντήσεων εκάστου υποψηφίου κατά τη συνέντευξη και ο τρόπος κατά τον οποίο το είδος των απαντήσεων επηρέασε την τελική του βαθμολογία. Κατά δε το μέρος που πλήσσεται η ουσιαστική εκτίμηση των απαντήσεων των υποψηφίων από την Επιτροπή Επιλογής, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
17.Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.
18.Επειδή, το Δικαστήριο, κατ ’ εκτίμηση των περιστάσεων, δεν επιβάλλει στους διαδίκους δικαστική δαπάνη.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Δέχεται την παρέμβαση.
Δεν επιδικάζει δικαστική δαπάνη, κατά το σκεπτικό.
