Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης του Γ’ Τμήματος, οι συγκεκριμένες διατάξεις των νόμων 4623/2019 και 4625/2019)«παραβιάζουν τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, καθώς και τις αρχές της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και της ισότητας των όρων του εκλογικού ανταγωνισμού».
Οι διατάξεις αυτές ψηφίστηκαν το καλοκαίρι του 2019, πριν αναλάβουν δηλαδή τα καθήκοντά τους οι νέες Δημοτικές Αρχές και εφαρμόστηκαν από την 1η Σεπτεμβρίου 2019 όταν ανέλαβαν τα καθήκοντά τους.
Με τις διατάξεις αυτές υποβαθμίστηκαν τα Δημοτικά Συμβούλια, έγιναν διακοσμητικά τα όργανα, που εκλέγονται από το λαό, για να μεταφερθούν, οι αρμοδιότητές τους, σε όργανα, που οι συσχετισμοί τους διαμορφώνονται με πραξικοπηματικό τρόπο, ακυρώνοντας τη λαϊκή βούληση.
Το σκεπτικό του νόμου ήταν, τάχα μου, η ανάγκη «κυβερνησιμότητας» των Δήμων, λόγω της εφαρμογής της απλής αναλογικής. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκτήσουν οι Δήμαρχοι ισχυρή πλειοψηφία στις Οικονομικές Επιτροπές, στις Επιτροπές Ποιότητας Ζωής και στα Διοικητικά Συμβούλια των Νομικών Προσώπων (ΝΠ) και να περνούν κάθε εισήγησή τους, ενώ η αντιπολίτευση περιορίστηκε σε έναν διακοσμητικό ρόλο παρατηρητή.
Το Γ’ Τμήμα του ΣτΕ δέχθηκε ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι αντισυνταγματικές, τόσο για τη μεταφορά αρμοδιοτήτων, όσο και για τον τρόπο συγκρότησης των επιτροπών, καθώς επίσης και για τον τρόπο συγκρότησης των Διοικητικών Συμβουλίων των ΝΠ.
Η υπόθεση παραπέμπεται στην Ολομέλεια του ΣτΕ, η οποία θα λάβει και τις τελικές αποφάσεις.
